«Δραμάιλο»: γράφει ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου

27

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΕΝΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Δραμάιλο < Δραμάγιλο < Δραμάγιολου (τουρκ.): ο δρόμος για τη Δράμα.
Το σόι του πατέρα μου Καππαδόκες και Ανταναλήδες ήρθαν στον Καλό Αγρό Δράμας το ’22. Τουρκόφωνοι όλοι τους. Κάποιοι ήρθαν μέσω Κύπρου και άλλοι μέσω Αργεντινής. Σημείο συνάντησης ένας λασπότοπος ονόματι Οσμανίτσα έξω από την πόλη της Δράμας. Με τη γιαγιά δεν μίλησα ποτέ, γιατί ποτέ δεν μίλησε ελληνικά, μόνο αγκαλιαζόμασταν. Από το ’22 μέχρι το ’92 που πέθανε ούτε μια λέξη ελληνικά – ρώτησα, απάντηση καμία.
Το σόι της μάνας μου Πόντιοι από την Κερασούντα. Κάποιοι ήρθαν το ’16 πριν από την ανταλλαγή και άλλοι… αντί να ξεκινήσουν ένα βράδυ για τη Γεωργία όπως όλο το χωριό, το πήραν νότια τρία κάρα. Περιφέρονταν δύο χρόνια, φτάσανε στο Χαλέπι, συνεχίσανε πιο νότια, αλλά αντικρίσανε την έρημο της Γαλιλαίας – γυρίσανε στο Χαλέπι. Το ’22 με καράβι φτάσανε Ελλάδα. Σημείο συνάντησης η Προσοτσάνη Δράμας. Αυτούς δεν τους γνώρισα καν, πέθαναν νωρίς. Γνώρισα, όμως, την ισχυρή λαλίαν τους, τους τρομαχτούς χορούς, τη συγγενοπιστία.

Μεγάλωσα σε μια πλαγιά, σ’ ένα χωριό ονόματι Πλατανιά. Πριν από το ’22 το κατοικούσαν μόνο μουσουλμάνοι και λεγόταν Κοζλούκιοϊ, δηλαδή μέρος ανήλιαγο. Έπειτα το κατοίκησαν Μικρασιάτες, Πόντιοι, Θρακιώτες. Εκεί μέχρι τα δέκα μπαινόβγαινα στα ακατοίκητα σπίτια, αυτά που μείναν ξεκρέμαστα στον χρόνο με όλα τα αντικείμενά τους, αυτά που οι κόρες και οι γιοι φύγαν μετανάστες σε Αθήνα και Γερμανία. Αυτά που χρόνια μετά θα τα φωτογράφιζα συστηματικά.

Αν τα παραπάνω αποτέλεσαν το προζύμι, τη μαγιά, αυτό καθόταν μέσα μου σαν παραμύθι ακατέργαστο, σαν αίσθηση και σαν πρώιμο ένστικτο, το μυθικό της παιδικής ηλικίας, η συνέχεια είχε ένα συνειδητό σκάλισμα, σαν να λέμε αλεύρι με νερό, σαν να λέμε ο φακός πιο ευρυγώνιος ή σαν αεροφωτογραφίες της ιστορίας του νομού Δράμας.
Ο νομός Δράμας, λοιπόν, ένα πεδίο διαρκών πληθυσμιακών μετακινήσεων, συγκρούσεων και συνύπαρξης, ένα πεδίο διαρκούς έντασης. Τρεις βουλγάρικες κατοχές, τρεις φορές στα όρια του λιμού. Οι άντρες ντουρντουβάκια στη Βουλγαρία σε καταναγκαστικά έργα, σφαγές και σκοτωμοί σε καθημερινή βάση, βουλγαρόφιλοι και βουλγαρογραμμένοι. Εξαρχικοί σλαβόφωνοι που το ’22 διώχθηκαν και κάναν το Άνω Νευροκόπι, μουσουλμάνοι που άργησαν έναν χρόνο να φύγουν με την ανταλλαγή. Πόντιοι που μιλούσαν ποντιακά και άλλοι τούρκικα, Μικρασιάτες που μιλούσαν ελληνικά και άλλοι καραμανλίδικα, Θρακιώτες, βλάχοι που μιλούσαν τα δικά τους, λίγοι Ηπειρώτες και Θεσσαλοί, εντόπιοι που μιλούσαν ελληνικά και εντόπιοι σλαβόφωνοι, Εβραίοι και Αρμένιοι, ένα χαρμάνι εκρηκτικό, μια πραγματική Βαβυλωνία. Έπρεπε όλοι μαζί να ξεκινήσουν από το μηδέν, να στηθεί το συγκολλητικό αφήγημα. Ο ορεινός όγκος γέμισε με Πόντιους, ανάχωμα στον βουλγάρικο κομμουνισμό, τους δώσαν όπλα να τα βγάζουν πέρα μόνοι τους. Πολλοί από αυτούς δεν άντεχαν τα απόκοσμα ορεινά, τους απαγόρευαν όμως να κατέβουν στα πεδινά. Στην Αλβανία όλοι μαζί δώσανε ρέστα, το καμάρωναν πολύ… Στην Αντίσταση και στον Εμφύλιο πιο σουρεάλ… τους βγήκε το αιμοσταγές, ειδικά τους τουρκόφωνους Ποντίους. Τη δεκαετία του ’50 σαν να ηρέμησαν λίγο, αλλά και πάλι… πέσαν οι τιμές του καπνού, καταστραφήκαν. Εξαφανίστηκαν γενιές ολόκληρες μεταναστών σε Γερμανία και Αθήνα. Μ’ αυτά και αυτά ζυμώνονταν οι αυγές και τα σκοτάδια ανάμεσα σε ελληνόφωνους, τουρκόφωνους, σλαβόφωνους, γάμοι μικτοί και αποχαιρετισμοί.
Όταν πέθανε η μάνα μου, τέσσερα χρόνια πριν, φούσκωσαν όλα μέσα μου, μαγιές κι αλεύρια και νερά. Πεθάναν κι άλλοι δικοί μου καπάκι και τα μνημόσυνα καραμπόλες. Εκεί για να μην σκάσω, ζύμωσα σαν ένα δικό μου μνημόσυνο τα δικά μου κείμενα, τα πεζοποιήματα του Δραμάιλο. Εκεί σκέφτηκα πως θα κάνω τους νεκρούς να ξαναπάρουν το δρόμο για τη Δράμα δεύτερη φορά και ως νεκροί να μιλήσουν. Εκεί ήθελα να απελευθερώσω όλη τη συμπυκνωμένη τους ένταση, οι συνυπάρχοντες, απ’ το μηδέν, ικανοί για το καλύτερο, αλλά και για το χειρότερο. Ανθρωπιά και βία μαζί, αγάπη και αίμα πιο μαζί. Ζωντανοί νεκροί με μια γλώσσα χειροποίητη, μπλεγμένη με διαλέκτους, λες και οι λέξεις μπαινοβγαίνουν τα σύνορα, καταργώντας τα σύνορα, οριακά στη ζωή και στον θάνατο, οριακά και στη γλώσσα. Μια μνημονική και γλωσσική ανασυγκρότηση ενός θραυσματικού τοπικού παρελθόντος. Επινοημένες αφηγήσεις χωρίς αρχή και τέλος, γλωσσικά σπαράγματα, χρονολογίες και ονόματα, μία συναρμογή σε υπόκωφο ρυθμό. Ένας παραμυθητικός νεκρόδειπνος για ανθρώπους που δυσκολεύτηκαν πολύ να ξελασπώσουν (σ)τη ζωή τους. Ένα ξόρκισμα για τα απόνερα που μέχρι σήμερα θολώνουν τα νερά με παραμορφώσεις, ανασφάλειες και συμπλέγματα.
Την ίδια περίοδο που γράφονταν τα κείμενα, ανεβοκατέβαινα τα βουνά, μπαινόβγαινα σε ακατοίκητα σπίτια κυρίως ανατολικά της Δράμας και βόρεια, σκόνταφτα μέσα στα δάση σε ταφόπλακες παλιών νεκροταφείων. Εκεί ο φωτογραφικός φακός άλλοτε αποθανάτιζε κι άλλοτε απαθανάτιζε ίχνη-λείψανα μιας περασμένης ζωής. Σπίτια μουσουλμάνων που τα κατοίκησαν πρόσφυγες, που τα παιδιά τους φύγαν για μια καλύτερη ζωή και δεν ξαναγυρίσαν, που τα εγγόνια τους σήμερα μεταναστεύουν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Σπίτια έρημα που η φύση ήδη τα καταπίνει από τα παράθυρα και τις σκεπές. Μια φωτογραφική ανασκαφή, όχι με όρους νοσταλγίας, αλλά με όρους κάδρου, καταγραφή, αλλά περισσότερο βάθος εστιακό εκεί που το ανθρώπινο ξανασυστήνεται δια της απουσίας του με προοπτική και γραμμές, με φωτοσκιάσεις κι υλικότητα.

Φωτογραφίες και πεζοποιήματα στο Δραμάιλο μοιάζουν με κομμάτια παζλ που δεν κολλάνε πάντοτε, μένουν λειψά κι ίσως δεν προσαρμόζονται το ένα στο άλλο κι ίσως σε αυτές τις ρωγμές, η αγωνία της αναδημιουργίας, το ξαναπλάσιμο του λογοτεχνικού κάδρου να απεικονίζουν την ένταση και την αγωνία των ανθρώπων μεταξύ τους, την ένταση του κειμένου ως αισθητική δημιουργία, την αγωνία της διήγησης σήμερα που οι εθνικισμοί ξαναφουντώνουν.

Τέχνη και τεχνική στο ίδιο χαρμάνι, πλάσιμο και μορφή στο ίδιο χέρι, δημιουργία και πολιτική στο ίδιο φόντο. Γι’ αυτό και όταν με ρωτάν γιατί καταπιάνομαι μ’ αυτά, πέρα απ’ τις ποιητικές μυθολογίες, τους απαντώ πως τακτοποιώ κάπως το παρελθόν μέσα μου, για να ‘μαι πιο ψύχραιμος στο σήμερα.
Κυριάκος Συφιλτζόγλου

Το Δραμάιλο του Κυριάκου Συφιλτζόγλου κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αντίποδες (σελ.:80, τιμή: €8,48).
Σχεδιασμός εξωφύλλου: Μάρω Κατσίκα
Τις φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στο Δραμάιλο τράβηξε ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου στην περιοχή της Δράμας την εποχή που έγραφε το βιβλίο. Μερικές από αυτές μας παραχωρήθηκαν από τον συγγραφέα για την παρουσίαση του βιβλίου.
Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου γεννήθηκε το 1983 στη Δράμα, όπου και ζει. Είναι πτυχιούχος Νομικής και Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές:
– Έκαστος εφ’ ω ετάφη, εκδ. Γαβριηλίδη, 2007 (επανέκδοση από τις εκδ. Θρακα, 2017).
– Μισές αλήθειες, εκδ. Μελάνι, 2012.
– Με ύφος Ινδιάνου, εκδ. Μελάνι, 2014.
– Στο σπίτι του κρεμασμένου, εκδ. Θράκα, 2015 ( βραβείο Ποίησης του ηλεκτρονικού περιοδικού Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ).
– Δραμάιλο, εκδ. Αντίποδες, 2018.
Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες και λογοτεχνικά περιοδικά στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Από το 2013 ασχολείται συστηματικά με την φωτογραφία. Το 2018 πραγματοποιήθηκε η πρώτη του ατομική έκθεση στην Depot Art Gallery στην Αθήνα με τίτλο «Πιθανότητα αίματος». Την ίδια χρονιά πήρε μέρος στην ομαδική έκθεση Evasion #1 στο Espace Christiane Peugeot στο Παρίσι. Φωτογραφίες του έχουν γίνει εξώφυλλα σε λογοτεχνικά περιοδικά και βιβλία ποίησης/πεζογραφίας.
www.ert.gr