«Εμφύλιοι έρωτες»: γράφει ο Γιάνης Σιατίτσας

37

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΕΝΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Όποιος θέλει να μάθει κάτι για μένα … πρέπει να κοιτάξει προσεκτικά τα λόγια μου και να προσπαθήσει να δει σε αυτά ποιος είμαι και τι θέλω να κάνω.
(Μια δήλωση του Gustav Klimt, προσαρμοσμένη).
Το βιβλίο που εκτέθηκε στις βιτρίνες ή τα ράφια των βιβλιοπωλείων έπαψε να είναι ο συγγραφέας, είναι πια ο αναγνώστης: δυνητικός στην αρχή, υποψήφιος αν το αγοράσει, δόκιμος όταν αρχίσει να το διαβάζει, πραγματικός αν αντέξει να το διαβάσει μέχρι τέλους και, εντέλει, οπαδικός αν το ξαναδιαβάσει.

Αισιοδοξώ ότι τούτο το βιβλίο θα αποκτήσει πολλούς δυνητικούς και, ελπίζω, υποψήφιους αναγνώστες χάρη στο εξώφυλλο και το κείμενο του οπισθόφυλλου (ή καλύτερη σελίδα του είναι αυτή, μα η πατρότητά της δεν μου ανήκει και ένεκα τούτου –αν και την υποπτεύομαι– δεν θέλησα να την επιβεβαιώσω ούτε να την δημοσιοποιήσω).

Μου αρέσουν οι παρέες μα κάθε που βρίσκομαι με παρέα όλο και κάποιος θα μου εκθέσει το ιατρικό του πρόβλημα ενώπιον όλων, οπότε προετοιμάζομαι να σιωπήσω ως γιατρός, αφού ποτέ δεν κατάφερα να απαντήσω σε αυτές τις ερωτήσεις μιας και ανάλογα με την έκταση και τη σύνθεση της παρέας, τον λόγο έπαιρναν δυο, τρεις, πέντε μη γιατροί που εξέφραζαν πάντοτε βαρύνουσες γνώμες επί του θέματος, εκθέτοντας εμπειρία προσωπική, συγγενούς, φίλου ή γνωστού με ταυτόσημα συμπτώματα και σημεία και οι οποίοι αφού έκαναν την άλφα ή βήτα εξέταση απαλλάχθηκαν από την πάθησή τους με τη χρήση του τάδε φαρμάκου, ματζουνιού, αφεψήματος, βελονισμού, εγχειρήσεως, εξαγνισμού η ακόμα και με τη χάρη των αγιανάργυρων ή της αγιαναστασίας στους οποίους χωριστά ή συνδυασμένα οι παθόντες έταξαν και εξεπλήρωσαν βεβαίως το τάμα.
Αυτή η δυναστική σιωπή με περιόρισε στην παρατήρηση των φίλων και γνωστών και γέννησε την ανάγκη μονολόγου που αφού δεν είχε άλλο ακροατήριο κατευθύνθηκε στο χαρτί, όπου διανθισμένος με φανταστικά και μυθολογικά στοιχεία αποτέλεσε τον αρχικό καμβά του μυθιστορήματος –μια ωραία λέξη πληρούσα όλους τους όρους και τις συνθήκες που απαιτεί η συγγραφή ενός κειμένου που δεν θα έχει να λογοδοτήσει για την ανάγκη ενασχόλησης με το θέμα, τις τεχνικές πραγμάτωσής του, τη μεθοδολογία δόμησής του, τα αποτελέσματα και τις εικοτολογικές παρεκτάσεις του– επί του οποίου καμβά, ως είθισται, προσπάθησα να κεντήσω με μετάξι και χρυσό την πλοκή και τους χαρακτήρες ή το αντίστροφο, χωρίς καμιά έγνοια για τις ακριβείς αναλογίες ή σχέσεις μύθου και ιστορίας.
Κανένας από τους χαρακτήρες της μυθιστορίας δεν αγωνίζεται για –πολλώ δε μάλλον ανταγωνίζεται ή συγκρούεται με– κάτι πέρα από την καθημερινή του ύπαρξη ή την υπερβατική του υπόσταση, δηλαδή, θέλω να πω ότι με τον ίδιο τρόπο που οι απλές πράξεις ενός ατόμου το καθιστούν υπόλογο έναντι της ζωής και του άλλου έτσι και η τρισ- ή πολυ-υπόστατη, πλην ενιαία και ομοούσια, υπερβατικότητά του το απαλλάσσει κάθε ευθύνης έναντι του πεπρωμένου του: το καλό ή το κακό θα σε βρει όποιος και αν είσαι, ότι και αν κάνεις, όπου και αν καταφύγεις μόνο που κάποια από τις υποστάσεις σου θα γλιτώσει και κάθε φορά μπορείς να ξεφύγεις από το βάσκανο μάτι ή τον βρόγχο που πάει να σε τυλίξει πανταχόθεν δηλαδή να καταλήξεις σε κάποιο χάπι-εντ.
Όλα τα πρόσωπα της μυθιστορίας είναι υπαρκτά, αλλά όχι στον ίδιο τόπο ούτε στον ίδιο χρόνο: μερικοί δεν είναι δυνατόν να έζησαν όλα όσα αναφέρονται στον βίο τους, θα έπρεπε να έχουν γεννηθεί πριν το 1904 και να θεωρούνται ακόμα νέοι και σφριγηλοί το 1964 ή το 2004, αλλά αυτό δεν χρειάζεται να ξενίσει κανέναν, γίνεται για λόγους εκδοτικής οικονομίας, και σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί η μύχια ελπίδα τούτο το κείμενο να γίνει σενάριο για τον σινεμά ή, όπερ και ιδανικό, σίριαλ για την τηλεόραση, μπορούμε να αλλάξουμε τα στοιχεία, ώστε να ανταποκρίνονται στην ειδολογία του σεναρίου, στις σκηνοθετικές ανάγκες και, κυρίως, στις χορηγικές και διαφημιστικές απαιτήσεις.
Επίσης όλα τα παρωνύμια είναι πραγματικά, μόνο που συχνά αυτοί οι άνθρωποι ουδέποτε συναντήθηκαν στον καθημέραν βίο τους, παρά το ότι θα μπορούσε, και τίποτε δεν μεταβάλλει την πραγματικότητά τους λόγω αυτής της εν τόπω και χρόνω μετατόπισής τους, σκεφτείτε με πόση άνεση μετακίνησε ολόκληρο καθεδρικό ναό ο Γκρέκο για χάρη ενός πίνακα, και το Μεσημέρι θα μπορούσε να είναι ο Πολύγυρος, οι Αρχάνες, τα Καλάβρυτα ή το Διδυμότειχο, οπότε η χώρα θα μπορούσε να είναι, αντίστοιχα, η Θεσσαλονίκη, το Ηράκλειο, η Πάτρα ή η Αλεξανδρούπολη: και η αλήθεια είναι πως μερικά από τα πρόσωπα έζησαν και τα σχετιζόμενα συμβάντα έγιναν σε αυτά τα μέρη, ίσως σε χρόνους πολύ πιο εκτεταμένους από την υπονοούμενη και επιβληθείσα για λόγους οικονομίας στο παρόν κείμενο διάρκεια, αλλά πιστεύω πως η εκ τούτου αλλοίωση των περιστατικών δεν είναι σημαντική.
Όντως, εγκαίνια γεφυρών, βιβλιοθηκών, γάμοι, πανηγύρεις κτλ σαν αυτά που περιγράφονται εδώ έχουν γίνει, γίνονται και θα γίνονται σε πολλά μέρη χωρίς τούτο να σημαίνει ότι τα γεγονότα παραλλάζουν τόσο πολύ που να μην αναγνωρίζονται αμέσως, όπως και το αν ο δείνα υπουργός ή βουλευτής είναι ή δεν είναι γαμπρός κάποιου τραπεζίτη ή βιομήχανου ή μεγαλοεργολάβου δεν έχει εντέλει ιδιαίτερη σημασία, αλλά έχει σημασία αν ο εν λόγω βουλευτής ή υπουργός διετέλεσε στα νιάτα του μέλος αριστερής ή κομουνιστικής οργάνωσης ή αναρχικής ομάδας, και εν συνεχεία υπέστη βαθύτατη μετάλλαξη, απαλλάχτηκε από τις όποιες περιστολές επέβαλε η όποια ιδεολογία, ξεδιαντρόπιασε παντελώς, διότι, όπως πάντα τόνιζε ο μακαρίτης Ταχτσής, οι πλέον ελευθεριάζουσες πουτάνες είναι οι θηλυδρίες.
Απομένει η σύνθεση και η μυθιστορηματική καθοσίωση των χαρακτήρων, πράγμα το οποίο, είναι η αλήθεια, ουδόλως με απασχόλησε αφού προείχε μια στοιχειώδης υποχρέωση: τίποτε να μην αλλάξω από τη ζωή και την πραγματικότητα• και το πρόβλημα περιορίστηκε στην ανίχνευση των μύχιων πόθων και των εμφυλίων ερώτων που αδήριτα κατηύθυναν τα γεγονότα στα οποία δεν μπορούσα παρά να είμαι απλός παρατηρητής και ως εκ τούτου το χρέος που έθεσα για μένα ήταν η όσο γινόταν πιστότερη μεταφορά τους στην αφήγηση, μα τούτο θα το κρίνει ο αναγνώστης εδώ μεν φιλτράροντας τις λέξεις εκεί δε μεταστοιχειώνοντας τα νοήματα και πότε πότε αφήνοντας τη φαντασία του να παρασυρθεί από τη ροή των γεγονότων.
Προσπάθησα να είμαι ακριβής, όσο γινόταν, να μην επιτρέψω κενά στην διήγηση, διφορούμενες εκφράσεις, ρητορικά υπονοούμενα, παρελκύουσες ωραιοποιήσεις, δυσνόητες περιστάσεις, με ένα λόγο να μην αφήσω νοήματα κρυμμένα πίσω ή ανάμεσα από τις γραμμές, να είναι η άμεση ανάγνωση η μόνη ικανή και αναγκαία συνθήκη για την πλήρη κατανόηση του κειμένου.
Άλλοι θα πουν αν το κατάφερα ή όχι.

Φωτογραφία εξωφύλλου: ©The Dillon Fund Gift, 1989
Σπούδασα γιατρός, αλλά η εξάσκηση της ιατρικής ποτέ δεν ήταν το φόρτε μου• είχα ωστόσο την τύχη να πέσω σε καλούς δασκάλους.
Ασχολήθηκα με την έρευνα του νευρικού συστήματος και την διδασκαλία της ανατομίας, μια μαθητεία που συνιστά την ραχοκοκαλιά της ιατρικής γλώσσας και σχεδόν ισοδυναμεί με την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας.
Το μυθιστόρημα Εμφύλιοι έρωτες ξεκίνησε σαν άσκηση στην γλώσσα: μπορεί ένα κείμενο με κάποιες λογοτεχνικές αξιώσεις να είναι εστιασμένο και ακριβές, να μην αφήνει υπονοούμενα, να μην παραπλανά, να μην αναλώνεται σε ρητορικούς μαιάνδρους, να μην πελαγώνει σε ψυχαναλυτικούς λαβυρίνθους, να μην χάνει τον στόχο του, να μην προδίδει τους χαρακτήρες, να λέει την καρέτα καρέτα και την μονάχους μονάχους;
Το χωριό υπήρξε το πιο πρόσφορο σκηνικό: απλοί χαρακτήρες, συντηρητική ιδεολογία, σαφώς διακριτές κατακόρυφη ιεραρχία και οριζόντια διαστρωμάτωση, κοινωνία που προσπαθεί αγωνιωδώς να κρύψει τις ρωγμές της και να εμφανίζεται συνεκτική, σαθρή οικονομία, αποξηραμένος πολιτισμός που συχνά ονομάζεται παράδοση και προβάλλεται με υπερηφάνεια, τυφλές ελπίδες, ανεκπλήρωτοι πόθοι, ασίγαστα πάθη και έρωτες εμφύλιοι σαν τραγουδάκι «τη μυστική αγάπη μας κρυφά να την κρατήσεις», άβυσσος άβυσσον επικαλείται, και μυστικά που μπορεί να συντρίψουν όχι μόνο τον που τα γεννοβολά μα και τον αθώο συμμέτοχο!
Γεννήθηκα σε χωριό και αν και δεν μεγάλωσα σε χωριό ποτέ δεν έπαψα να επιστρέφω και να το γεύομαι, να το ψηλαφώ, να το επικρούω, να μαθαίνω το ιστορικό του, τα τελευταία συμπτώματα και σημεία του, ακόμη να το υποβάλω και σε εξετάσεις ενίοτε.
Τα αποτελέσματα στο ανάγνωσμα Εμφύλιοι έρωτες που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη (σελ.: 248, τιμή: €14,00).
Γιάνης Σιατίτσαςwww.ert.gr